Επικοινωνία



book cover

VIVANT DENON

ΧΩΡΙΣ ΕΠΑΥΡΙΟΝ

Παρουσίαση
Ο Μίλαν Κούντερα, στο έργο του Η τέχνη του μυθιστορήματος, θεωρεί ότι το μυθιστόρημα του Βιβάν Ντενόν «ξεκινάει με την ωραιότερη παράγραφο της γαλλικής μυθιστορίας».
Η αρχή του Χωρίς επαύριον επιβάλλεται ως αριστούργημα ύφους και ειρωνείας. Οι προτάσεις είναι σύντομες και περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα. Καμία συνδετική λέξη δεν επιβαρύνει το κείμενο. Οι λιμπερτίνοι φαίνεται πως ξέρουν να προσπερνούν τους διακοσμητικούς συνδέσμους, όπως ακριβώς και τα συναισθήματα. Ο έρωτας περιορίζεται σε επιθυμία και η ευπρέπεια σε κώδικα καλής συμπεριφοράς. Η γλώσσα τέλεια, εξαγνισμένη από τον πεσιμισμό των κλασικών ηθικολόγων, έχει την ακρίβεια νυστεριού.
Πρόκειται για την αφήγηση μιας ερωτικής νύχτας μετά το θέατρο στο περίπτερο μιας κόμισσας που εκμαυλίζει έναν νέο ιππότη. Μια νύχτα σαν διαδρομή σε τρία στάδια: στην αρχή, κάνουν περίπατο στο πάρκο· ύστερα, κάνουν έρωτα στο περίπτερο· τέλος, συνεχίζουν ν’ αγαπιούνται σ’ ένα μυστικό δωμάτιο του πύργου.
Το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε το 1777 ανωνύμως, ακολούθησαν διάφορες εκδόσεις με παραλλαγές από αγνώστους, και επανεκδόθηκε το 1812. Θεωρείται από τα αριστουργήματα της ερωτικής λογοτεχνίας του γαλλικού 18ου αιώνα, δίπλα στις Επικίνδυνες σχέσεις του Λακλό.
Η έκδοση περιέχει την εκδοχή του 1777 και του 1812, εκτενή πρόλογο («Η τέχνη του έρωτα και ο έρωτας για την τέχνη») και εισαγωγή, το περίφημο κείμενο του Ανατόλ Φρανς «Ο βαρόνος Ντενόν», αναλυτικό χρονολόγιο και σχέδια του συγγραφέα.

 «Απορείτε: πού, σ’ όλον αυτό τον τόσο οργανωμένο, σηματοδοτημένο, ιχνηλατημένο, υπολογισμένο, μετρημένο χώρο, πού υπάρχει περιθώριο για αυθορμητισμό, για “τρέλα”, πού είναι το παραλήρημα, πού είναι η τύφλωση του πόθου, ο “τρελός έρως” που λάτρεψαν οι υπερρεαλιστές, πού είναι η αυταπάρνηση; Πού είναι όλες εκείνες οι ιδιότητες του παραλογισμού που διαμόρφωσαν την ιδέα μας για τον έρωτα; Εδώ δεν έχουν καμιά δουλειά, όχι. Διότι η μαντάμ ντε Τ. είναι βασίλισσα της λογικής. Όχι της ανελέητης λογικής της μαρκησίας ντε Μερτέιγ [στις Επικίνδυνες σχέσεις του Λακλό], αλλά μιας γλυκιάς και τρυφερής λογικής, μιας λογικής που υπέρτατη αποστολή της είναι να προστατεύει τον έρωτα.
» Τη βλέπω να οδηγεί τον ιππότη μες στη φεγγαρόφωτη νύχτα. Τώρα σταματάει και του δείχνει το περίγραμμα μιας στέγης που διαγράφεται μπροστά τους στο ημίφως. [] Τα πάντα είναι κανονισμένα, κατασκευασμένα, τεχνητά, τα πάντα είναι σκηνοθετημένα, τίποτα δεν είναι ειλικρινές, ή, για να το πούμε αλλιώς, τα πάντα είναι τέχνη· σ’ αυτή την περίπτωση: τέχνη να παρατείνεις την αγωνία, κι ακόμα καλύτερα, τέχνη να μένεις όσο το δυνατόν περισσότερο σε κατάσταση ερεθισμού».

ΜΙΛΑΝ ΚΟΥΝΤΕΡΑ
Η βραδύτητα, Εστία 1996

Απόσπασμα
Αγαπούσα παράφορα την Κόμισσα ντε… Ήμουν είκοσι χρόνων, ήμουν άπειρος, με απατούσε, θύμωσα, με εγκατέλειψε… Ήμουν άπειρος, την επιθύμησα πάλι, ήμουν είκοσι χρόνων, με συγχώρησε. Είκοσι χρόνων, άπειρος, με απατούσε διαρκώς και δεν με εγκατέλειπε πια. Πίστευα ότι ήμουν ο εραστής των εραστών, ο πληρέστερος των ανδρών.

Βιογραφικά στοιχεία
Ο Ντενόν (1747-1825), χαράκτης, σχεδιαστής, διπλωμάτης, περιηγητής, ειδήμων της τέχνης, μάγος των σαλονιών, άνθρωπος με αξιόλογη καριέρα, ιδρυτής του Λούβρου, δεν διεκδίκησε ποτέ την πνευματική ιδιοκτησία της νουβέλας.
Καλλιτέχνης πρωτεϊκής φύσης που ολόκληρη η ζωή του είναι η ίδια ένα έργο τέχνης, ο Βιβάν Ντενόν θα υμνηθεί αργότερα από τον Σατωβριάνδο, τον Σταντάλ και τον Λαμαρτίνο, θα γίνει αντικείμενο θαυμασμού από τους αδελφούς Γκονκούρ μέχρι τον Etiemble και τον Ζ.-Ζ. Πωβέρ, θα γίνει ο «Βαρόνος Ντενόν» του Ανατόλ Φρανς και αργότερα ο Ιππότης του Λούβρου του Φιλίπ Σολλέρς – ενώ το σενάριο της ταινίας Οι εραστές, που θα γράψει ο Λουί Μαλλ, είναι βασισμένο στο αθάνατο Χωρίς επαύριον.

 

Η Κυρία Τα Παίρνει Όλα
Κείμενο της Ευαγγελίας Κουλιζάκη

Ένας ιππότης, μια Κόμισσα, μια αντίζηλος της Κόμισσας, ένας σύζυγος κι ένας Μαρκήσιος εραστής – ιδού οι συντελεστές μιας ερωτικής εξίσωσης για δυνατούς λύτες, κατά προτίμηση διαστροφικούς εστέτ που παίζουν στα δάχτυλα τη φιλοσοφία στο μπουντουάρ.

Χρειάζεται μεγαλύτερη ευφυία για
να κάνει κανείς έρωτα παρά για
να διοικήσει στρατούς.

Νινόν ντε Λανκλό

Σαλόνια εποχής - 17ος, 18ος, 19ος αιώνας. Γαλαζοαίματοι, ευγενείς, αριστοκράτες – ξεπεσμένοι και εύποροι, καλλιεργημένοι και έκφυλοι συνάμα, εφευρέτες και οπαδοί των πιο εκλεπτυσμένων απολαύσεων, αλλά και θιασώτες της πιο απροσδόκητης διαφθοράς. Μαρκησίες, Κόμισσες, κυρίες και εταίρες - από τη Μαρκησία ντε Πομπαντούρ, τη θρυλική ερωμένη του «Βασιλιά Ήλιου», Λουδοβίκου ΙΔ' και την Κόμισσα ντι Μπαρί, maîtresseentitre (επίσημη ερωμένη) του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΕ', στη Νινόν ντε Λανκλό, στη Λιαν ντε Πουζί και στην Ωραία Οτερό, από τη μαντάμ Ρεκαμιέ (που ξελόγιασε τον Σατωβριάνδο) στη Μαρί Ντυπλεσί (που ενέπνευσε στον Αλέξανδρο Δουμά την «Κυρία με τις Καμέλιες») και στην Απολλωνία Σαμπατιέ (μούσα του Φλωμπέρ, του Γκωτιέ και κυρίως του Μπωντλαίρ, που την εξιδανίκευσε και την ερωτεύτηκε παράφορα). Αυτός ο εκκεντρικός, ενίοτε παρακμιακός κόσμος, που με τον εντυπωσιακό διάκοσμο και τα μεγαλοπρεπή κοστούμια του αποτελεί μια αυτόνομη σκηνή στο θέατρο της ιστορίας, είναι το βασίλειο του μπουντουάρ, της απαστράπτουσας φαυλότητας, του απενοχοποιημένου ερωτισμού, των grandeshorizantales (όπως αποκαλούνταν οι περίφημες εταίρες της εποχής) και επομένως ο φυσικός χώρος στον οποίο ενθρονίζεται και δοξάζεται ένα νέο είδος λογοτεχνίας, η λογοτεχνία των λιμπερτίνων: ελευθεριάζουσα ηθική, αποθέωση της σεξουαλικής επιθυμίας, έμφαση στη φετιχιστική αισθητική, αντικληρικά και αντικαθεστωτικά στοιχεία. Η βρετανική συμβολή στο ιδιοσυγκρασιακό αυτό κίνημα που χρωστά πολλά στις χαρισματικές προσωπικότητες των καλλιτεχνών που το στελέχωσαν δεν στάθηκε αμελητέα, με επιφανέστερο, ίσως, εκπρόσωπο τον Τζον Ουίλμοτ, 2ο Ερλ του Ρότσεστερ (1647-1680), Υποκόμη και προβοκάτορα στιχοπλόκο στην αυλή του βασιλιά Καρόλου Β΄, γνωστό για τον σκανδαλώδη βίο και την εμπρηστική ερωτική ποίησή του, που άγγιζε συχνά τα όρια της πορνογραφίας. Όμως η καρδιά αυτής της νέας τάσης θα αποκτούσε τον ισχυρό και συναρπαστικό παλμό της έναν αιώνα περίπου αργότερα στο κέντρο, φυσικά, της γαλλικής κουλτούρας – και η γαλλική επανάσταση θα σηματοδοτούσε, εξίσου φυσικά, τον τερματισμό της. Στο μεταξύ, ωστόσο, συγγραφείς όπως ο Μπαστίντ, ο ντε Κρεμπιγιόν, ο Ντιντερό, ο ντε Σαντ και κυρίως ο ντε Λακλό με τις «Επικίνδυνες Σχέσεις» του πρόλαβαν να υπάρξουν και να καθορίσουν με το έργο τους το είδος.

Μια Ειδική Περίπτωση
Τι κοινό μπορεί να έχουν ο Ανατόλ Φρανς, ο Φιλίπ Σολλέρς και ο Μίλαν Κούντερα; Δεν τους συνδέει μόνο η κοινώς παραδεκτή και αναγνωρισμένη συγγραφική τους δεινότητα, αλλά και κάτι απρόσμενο και όχι ευρέως γνωστό: ένα ιστορικό πρόσωπο με… μυθιστορηματικές ιδιότητες. Μια μορφή πολυσχιδής και περίπλοκη, με ζωή γοητευτική και αναπάντεχη, που μνημονεύεται ακόμα και από τον Μπαλζάκ, ενώ αποτελεί επίσης αντικείμενο θαυμασμού από τον Σατωβριάνδο, τον Σταντάλ, τον Λαμαρτίνο και τους αδελφούς Γκονκούρ. Ο Βιβάν Ντενόν (1747-1825) σίγουρα δεν ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Αν και η γέννησή του σε μια οικογένεια της χαμηλής αριστοκρατίας δεν προοιωνιζόταν κάποια εξαιρετική εξέλιξη, ο Ντενόν ανέτρεψε τα προγνωστικά αναδεικνυόμενος σταδιακά σε αδιαφιλονίκητο φαβορί μιας ξέφρενης κούρσας προς κάθε είδους πιθανή καταξίωση. Συχνάζει στο κοσμικό σαλόνι της Ιωσηφίνας ντε Μπωαρνέ και σε μια γιορτή του Ταλεϋράνδου γνωρίζει τον Βοναπάρτη, ο οποίος το 1802 τον διορίζει διευθυντή των μουσείων της Γαλλίας και αργότερα υπουργό των Καλών Τεχνών˙ συντονίζει αποστολές μεταφοράς χιλιάδων έργων τέχνης στο Παρίσι, επιβλέποντας και κάθε σχετική αγορά που προορίζεται για το βασιλικό ζεύγος – στο μεταξύ έχει μετατρέψει ένα τμήμα του παλατιού του Λούβρου σε Μουσείο Ναπολέοντα. Ακαταπόνητος χαράκτης και σχεδιαστής (σχεδίασε, μεταξύ άλλων, και το… κομμένο κεφάλι του Ροβεσπιέρου, τον οποίο είχε επίσης γνωρίσει προσωπικά), παραμένει μανιώδης συλλέκτης τέχνης ο ίδιος και τακτικός θαμώνας όλων των συγκεντρώσεων, δείπνων και οργίων της γαλλικής πρωτεύουσας – δυο σειρές με πορνογραφικές γκραβούρες που φιλοτέχνησε συνιστούν αδιάψευστους μάρτυρες της συμμετοχικής δράσης του στην σχεδόν… επιβεβλημένα ακόλαστη καθημερινότητα της εποχής. Παρότι όχι ιδιαίτερα προικισμένος ως προς την εξωτερική εμφάνιση, γοητεύει και γοητεύεται και συνάπτει παθιασμένες ερωτικές σχέσεις με πολλές και όμορφες γυναίκες. Και γράφει το «Χωρίς Επαύριον», μια νουβέλα-κομψοτέχνημα – οι περγαμηνές του κρίνονται ήδη ως κάτι παραπάνω από επαρκείς για να γίνει ο «Βαρόνος Ντενόν» του Ανατόλ Φρανς, ο «Ιππότης του Λούβρου» του Φιλίπ Σολλέρς και για να ασχοληθεί μαζί του ο Μίλαν Κούντερα: στο έργο του «Η Τέχνη του Μυθιστορήματος» και στο μυθιστόρημά του «Η Βραδύτητα» σχολιάζει εκτενώς το «Χωρίς Επαύριον», γράφοντας χαρακτηριστικά ότι «ξεκινάει με την ωραιότερη παράγραφο της γαλλικής μυθιστορίας»:
«Αγαπούσα παράφορα την Κόμισσα ντε… Ήμουν είκοσι χρόνων, ήμουν άπειρος, με απατούσε, θύμωσα, με εγκατέλειψε… Ήμουν άπειρος, την επιθύμησα πάλι, ήμουν είκοσι χρόνων, με συγχώρησε. Είκοσι χρόνων, άπειρος, με απατούσε διαρκώς και δεν με εγκατέλειπε πια. Πίστευα ότι ήμουν ο εραστής των εραστών, ο πληρέστερος των ανδρών».

Εσύ Μεγάλη Σαγηνεύτρια, Ευκαιρία
Η υπόθεση της νουβέλας του Ντενόν είναι τόσο απλή όσο και αριστοτεχνικά δομημένη σε σύνθεση και σε εκτέλεση. Ένας νεαρός, μάλλον ιππότης, ερωτευμένος με μια Κόμισσα που τον βασανίζει με την αμφιθυμία και τα καπρίτσια της, συναντάει ένα βράδυ στην Όπερα την Κυρία ντε Τ…, παντρεμένη φίλη της Κόμισσας, προσκολλημένη στους τύπους και αξιοπρεπή, που διατηρεί, ωστόσο, εξωσυζυγική σχέση μ’ έναν Μαρκήσιο. Γι’ αυτό και απορεί όταν εκείνη του διατυπώνει ανερυθρίαστα και με μάλλον επιτακτικό τρόπο την επιθυμία της να την συνοδεύσει στην άμαξά της και να περάσουν μαζί την υπόλοιπη νύχτα στον πύργο της, όπου, όμως, την περιμένει ήδη για ένα συμφιλιωτικό δείπνο ο σύζυγός της, με τον οποίο βρίσκονται για αρκετό καιρό σε κατάσταση αποξένωσης:
«Επί έξι μήνες διαπραγματευόμαστε, επί ένα μήνα αλληλογραφούμε, σήμερα θα συμφιλιωθούμε. Δεν είναι αβρό εκ μέρους μου, που σπεύδω να τον συναντήσω;»
Ο νεαρός αρχικά αντιστέκεται, αλλά κάθε αντίσταση αποδεικνύεται μάταιη – η Κυρία είναι ευγενής, γοητευτική και αποφασισμένη. Σύντομα βρίσκεται καθισμένος δίπλα της μέσα στην άμαξα που κατευθύνεται προς τον πύργο, ενώ η νύχτα αρχίζει να ξεδιπλώνεται μπροστά τους όμοια με βεντάλια θαυμαστών δυνατοτήτων – και απιθανοτήτων - ,  περιπέτεια σε άγνωστη χώρα, μυστηριώδη παράσταση συμπυκνωμένης μαγείας με απρόβλεπτη κατάληξη. Και ο χρόνος κυλάει ήδη αντίστροφα – υπέρ τους και εναντίον τους…

Στρατηγική του Πόθου
Η νουβέλα του Ντενόν στηρίζεται ολόκληρη στη σκηνοθεσία – δεν είναι τυχαίο ότι η έναρξη της πλοκής τοποθετείται στον χώρο της Όπερας, χώρο κατεξοχήν θεατρικό και μάλιστα στην υπερβολή του, όπως και προσφιλή τόπο συνεύρεσης της ανώτερης αριστοκρατίας, η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, είναι περισσότερο επιρρεπής στην ελευθεριότητα, στην προσποίηση, στις εναλλαγές ρόλων, στα παιχνίδια μεταμφιέσεων. Όσο μεγαλύτερη η εκζήτηση, τόσο πιο εντυπωσιακό φαντάζει το αποτέλεσμα, ακόμη κι αν έχει την διάρκεια ενός πυροτεχνήματος. Όσο πιο έντονη η προσπάθεια που καταβάλλεται για την κατασκευή του σκηνικού, τόσο ανώτερη μοιάζει η ποιότητα της συγκίνησης που προσδοκάται από την απόλαυση και την εκμετάλλευσή του. Πρόκειται σαφώς για σκηνοθεσία – απεγνωσμένη γιατί είναι καθηλωμένη στο βραχυπρόθεσμο, και γι’ αυτό με τον τρόπο της εκθαμβωτική˙ είναι, όμως, η ουσία της σαγήνης. Η σαγήνη διατρέχει ως έννοια όλα τα στοιχήματα των λιμπερτίνων, είναι το αγαπημένο παιχνίδι του Υποκόμη ντε Βαλμόν και της Μαρκησίας ντε Μερτέιγ στις «Επικίνδυνες Σχέσεις» του Λακλό, είναι το «βίτσιο» της Κυρίας ντε Τ… στο «Χωρίς Επαύριον». Δεν επιθυμεί να ερωτευτεί ή να την ερωτευτούν, να αγαπήσει ή να αγαπηθεί – την ενδιαφέρει μόνο να σαγηνεύσει. Ο ίδιος ο έρωτας και η σαρκική πράξη είναι μια σαγηνευτική περιβολή, η πλέον λεπταίσθητη, η πλέον εκλεπτυσμένη, τα πάντα είναι περιβολή, δηλαδή ιδιοφυία των εντυπώσεων. Δεν υπάρχει έλεος σε μια τέτοια πρόκληση, όπου η επιθυμία, την στιγμή που αποθεώνεται, εκμηδενίζεται κιόλας. Κάθε συναισθηματισμός είναι αδυναμία συγκριτικά μ’ αυτήν την τελετουργική απαίτηση. Μέσα στη φλόγα – ή στην προσποίηση της φλόγας – επωάζονται η άφατη ψυχρότητα και το κενό που στοιχειώνει – συστατικά που διασφαλίζουν αμφότερα την επιτυχία της σαγήνης. «Οι κοκέτες ξέρουν πώς να ικανοποιούν˙ όχι πώς να αγαπούν, γι’ αυτό και οι άνδρες τις αγαπούν τόσο πολύ», έγραφε ο Μαριβώ, ενώ ο Χώθορν σημείωνε πως «ο εγωισμός είναι μία από τις ιδιότητες που είναι ικανές να εμπνεύσουν αγάπη».

Η Κυρία τα Παίρνει Όλα
Η ηρωίδα του «Χωρίς Επαύριον» αποδεικνύεται δεξιοτέχνης στο παιχνίδι της αποπλάνησης – το παιχνίδι είναι έτσι κι αλλιώς ζόρικο, πόσο μάλλον όταν περνάει σε γυναικεία χέρια. Η λέξη «seduction» (σαγήνη) προέρχεται από τη λατινική «seduco» που σημαίνει «οδηγώ κάποιον μακριά». Ο νεαρός είναι χαμένος από τη στιγμή που μπαίνει στην άμαξα – για ένα ταξίδι κυριολεκτικά στην άκρη της νύχτας. Παραλείψεις, αρνήσεις, παρεκτροπές, εξαπατήσεις, περισπασμοί, τυχαία αγγίγματα, επίθεση, υπαναχώρηση – είναι σαν την ξιφασκία, χρειάζεται κανείς χώρο για την προσποίηση˙ να την πάλι η λέξη-κλειδί. Και η Κυρία ντε Τ… μια ασαφής, μεταβαλλόμενη μορφή, που δεν καθορίζεται ποτέ εντελώς στη φαντασία. Είναι σαν ένας κήπος απολαύσεων, όπου ο εραστής περπατά, μυρίζοντας αρχικά το ένα λουλούδι και μετά το άλλο, χωρίς ποτέ να αντιλαμβάνεται από πού προέρχεται το άρωμα που τον μεθά. Είναι η γενεσιουργός δύναμη μιας ψευδαίσθησης, το σημείο γέννησης μιας επιθυμίας, το κατώφλι της προσήλωσης στη σωματική ομορφιά. Εκφράζει την πραγματική άποψη ενός θηλυκού Πρωτέα, που μέσα στην αγκαλιά του άνδρα παίρνει τις πιο ελκυστικές, τις πιο ερεθιστικές, τις πιο αισθαντικές μορφές – η εμμονή στην πολλαπλότητα της φιλάρεσκης (κοκέτας) ή ελευθεριάζουσας γυναίκας είναι συχνή στη μυθιστορία του 18ου αιώνα: η Μαριάν του Μαριβώ επαίρεται ότι γνωρίζει πώς να «είναι πολλές γυναίκες σε μία», ενώ η ντε Μερτέιγ («Επικίνδυνες Σχέσεις» ξανά) διατείνεται ότι μπορεί να ενσαρκώσει μία προς μία όλες τις ευνοούμενες ενός χαρεμιού.

Η Ζωή ως Έργο Τέχνης
Χώροι και κινήσεις, μουσικές, αισθήσεις, αφυπνισμένα όνειρα. Η νουβέλα μπορεί να αναγνωσθεί και ως μια σκηνική οδηγία που συνοψίζεται στα εξής: Ας βασιλέψει η ψευδαίσθηση, ας διαφυλάξουμε τη μαγεία – για να καταστήσουμε την ύπαρξη βιώσιμη, υποφερτή και ίσως ωραία. Αν κάτι τέτοιο μόνο με τεχνητά μέσα είναι εφικτό, ας δοκιμάσουμε. Γι’ αυτό άλλωστε και η γλώσσα, ταγμένη πλήρως στην υπηρεσία αυτής της πρακτικής είναι, όπως επισημαίνει ο Μισέλ Ντελόν στην έξοχη εισαγωγή του, «εξαγνισμένη από τον πεσιμισμό των κλασικών ηθικολόγων και διαθέτει την ακρίβεια νυστεριού». Και συνεχίζει: «Το έργο αξίζει κυρίως ως μετωνυμικός συλλογισμός σχετικά με το σπουδαίο φιλοσοφικό μάθημα του αιώνα. Είμαστε μηχανές, αναγνωρίζει ο αφηγητής, εξίσου όπως είμαστε και οι μηχανικοί της ίδιας μας της ευτυχίας. Η εκλέπτυνση της γραφής οφείλει να είναι στο ύψος της τελειότητας των καλλιτεχνών και των τεχνιτών που δημιούργησαν τον σκηνικό διάκοσμο της ιστορίας, καθώς και της επιδεξιότητας των λιμπερτίνων που μετατρέπουν τη ζωή τους σε έργο τέχνης». Το 1958 ο Λουί Μαλ γύρισε την ταινία «Οι Εραστές», το σενάριο της οποίας βασίζεται στο «Χωρίς Επαύριον». Η Κυρία ντε Τ… έγινε μια νεαρή αστή από την Ντιζόν, που την υποδύεται η Ζαν Μορό και ο Μαλ επέλεξε στη δική του εκδοχή της ιστορίας το τέλος να σηματοδοτεί την αρχή ενός μεγάλου έρωτα. Στο βιβλίο η υπόθεση εξελίσσεται κάπως διαφορετικά:
«Αποσύρθηκα, η Κυρία ντε Τ… με συνόδευσε […] “Σας αποχαιρετώ, Κύριε. Σας οφείλω πολλές απολαύσεις. Σας ξεπλήρωσα όμως με μια όμορφη ουτοπία. Τώρα, ο έρωτάς σας σάς προσκαλεί. Το αντικείμενό του είναι αντάξιό σας. Αν της υπέκλεψα κάποιες ηδονές, σας επιστρέφω σ’ εκείνη, πιο τρυφερό, πιο λεπταίσθητο, πιο ευαίσθητο. Σας αποχαιρετώ, για πάντα. Είσθε γοητευτικός… Και σας ικετεύω, διαφυλάξτε τη φιλία μου με την Κόμισσα’’. Μου έσφιξε το χέρι, με εγκατέλειψε».
Ο νεαρός ήρωας ολοκληρώνει το ταξίδι του στην άκρη της νύχτας, το ίδιο και ο αναγνώστης. Μπορεί η επίγευση της απόλαυσης να είναι κάπως πικρή, μπορεί πάλι όχι. Το «Χωρίς Επαύριον» μέσα στον κυνισμό του, τον κυνισμό του εκπληρωμένου πόθου και ίσως της ματαιωμένης προσδοκίας, μας προτρέπει σε μια χιμαιρική αναζήτηση – την αναζήτηση για το αντίδοτο στην απομάγευση του κόσμου. Και γι’ αυτό και μόνο αξίζει να διαβαστεί.

 

 


Πίσω