<% Latr = Request.QueryString("Latr") %>
 
Επικοινωνία



book cover

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΒΩΚΟΣ

ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΕΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Παρουσίαση
«Η σιωπή του Μακιαβέλλι», «Το χιούμορ του Χιουμ», «Ο επίκαιρος δημοσιογραφικός λόγος του Μπαλζάκ», «Η κοινοτοπία του πολιτικού λόγου», «Η πολιτική της γεωμετρίας», «Το Κοινοβούλιο και ο δρόμος», «Ο Ροβεσπιέρος και η πολιτική αρετή»: Ο Γεράσιμος Βώκος, καθηγητής της Ιστορίας της Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, στις επιφυλλίδες του Βήματος που συγκεντρώνει στον παρόντα τόμο αναπτύσσει μικρές ιστορίες με φιλοσοφικό και πολιτικό αντίκρισμα μέσα από γνωστά ή συχνά χαμένα στο περιθώριο έργα από τον 16ο στον 20ο αιώνα: Μακιαβέλλι, Τζόναθαν Σουίφτ, Σπινόζα, Χομπς, Μπέηκον, Χιουμ, Καρτέσιος, Πασκάλ, Μαρά, Ροβεσπιέρος, Μπαλζάκ, Καντ, Τοκβίλ, Μαρξ, Σοπενάουερ, Νίτσε, Ουγκό, Τολστόι, Τσέχοφ, Ζιντ, Βαλερύ, Ντελέζ, οι επαναστάσεις στη Γαλλία του 1831 και του 1848, η Παρισινή Κομμούνα. Ένας στοχασμός για τον σημερινό κόσμο μέσα από ιδιοφυή και συχνά παράδοξα κείμενα του παρελθόντος.

Αποσπάσματα
«Μου φαίνεται κάπως παράξενο που οι Επιφυλλίδες αυτές έγιναν βιβλίο: δεν τις είχα σκεφτεί συγκεντρωμένες. Τα πράγματα όμως έχουν τη δική τους μοίρα, κάνουν τον δρόμο τους και εμφανίζονται όπως αυτά το θέλουν εκεί που δεν τα περιμένεις. […]
» Στο βιβλίο βρίσκονται συγγραφείς –κυρίως φιλόσοφοι– που αγαπώ και που με βοηθούν να περάσω καλά τη μέρα μου, τώρα που, πολλοί,τους οποίους δεν αγαπώ, φροντίζουν να την καταστρέψουν με μια ανεξήγητη μανία, λες και τους έχω κάνει το μεγαλύτερο κακό. Ποτέ δεν ξέρεις πώς να σταθείς απέναντί τους. Άλλοτε νομίζεις ότι μπορείς να τους πολεμήσεις, άλλοτε ότι πρέπει να τους αγνοήσεις και ζητάς βοήθεια από τους νεκρούς μήπως και καταφέρεις να τα βγάλεις πέρα με τους ζωντανούς. Μπορούμε άραγε να αγαπήσουμε τους ζωντανούς σαν να ήταν νεκροί; Θέλω να πω, χωρίς να περιμένουμε τίποτα απ’αυτούς; Ποιος ξέρει. Ίσως το τίμημα είναι μεγάλο, αλλά τελικά μπορεί να αξίζει τον κόπο.»

Από τον πρόλογο του βιβλίου

«Τούτο είναι πάντως βέβαιο και στην Ηθική μας το αποδείξαμε: οι άνθρωποι υπόκεινται κατά τρόπο αναγκαίο στα πάθη και είναι έτσι φτιαγμένοι ώστε να λυπούνται όσους δυστυχούν και να φθονούν όσους ευτυχούν και να είναι επιρρεπείς περισσότερο στην εκδίκηση παρά στη μεγαλοψυχία. Ο καθένας εξάλλου επιθυμεί οι άλλοι να ζουν σύμφωνα με την ιδιοσυγκρασία του, να επιδοκιμάζουν ό,τι επιδοκιμάζει ο ίδιος και να απορρίπτουν ό,τι ο ίδιος απορρίπτει. Γι’αυτό και, καθώς όλοι επιθυμούν εξίσου να είναι πρώτοι, συγκρούονται μεταξύ τους, προσπαθούν όσο μπορούν να καταδυναστεύσουν ο ένας τον άλλο και ο νικητής δοξάζεται περισσότερο για τη ζημιά που προξένησε στον άλλο παρά για το όφελος που είχε ο ίδιος».

ΣΠΙΝΟΖΑ, Πολιτική Πραγματεία

Βιογραφικά στοιχεία
Ο Γεράσιμος Βώκος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1948. Εγκύκλιες σπουδές στο Λεόντειο Λύκειο. Σπουδές Φιλοσοφίας στη Γαλλία. Σπουδές Γλωσσολογίας στην Ελβετία. Διδάσκει Ιστορία της Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης από το 1978.



Κείμενο του Ν. Σεβαστάκη για το βιβλίο του Γεράσιμου Βώκου, Επιφυλλίδες. Πολιτική και Φιλοσοφία, (εκδόσεις Άγρα, 2011)
Χαίρομαι που βρίσκομαι εδώ για να μιλήσω για το βιβλίο του Γεράσιμου Βώκου, συνάδελφου και συνομιλητή εδώ και κάποια χρόνια, ιδίως όμως τα τρία Τελευταία. Δεν συμβαίνει συχνά σε παρουσιάσεις βιβλίων όπου πολλές φορές σπεύδει Κανείς να ανταποκριθεί σε μια υποχρέωση ή να ανταποδώσει μια ευγενική πρόσκληση. Για αυτό το λόγο τα «όχι» στις προσκλήσεις μπορεί να είναι πολύ περισσότερα από τα «ναι»: γιατί έχω την εντύπωση ότι η βαθύτερη εκτίμηση σε μια σκέψη - όχι απαραίτητα η συμφωνία με τα πορίσματά της - έχει προτεραιότητα έναντι όλων των φιλοφρονήσεων και των εγκωμίων.
Διαβάζοντας λοιπόν αυτές τις επιφυλλίδες, όχι αναγκαστικά με τη σειρά που έχουν στο βιβλίο, συνάντησα μια στοχαστική εμπειρία που φαντάζει εξωτική στις συνθήκες της σύγχρονης «δημοσιολογίας». Εξωτική κατά την εξής έννοια: ο συγγραφέας εδώ και χρόνια σκηνοθετεί βραχύσωμες συνομιλίες με ορισμένους από τους σημαντικότερους νεκρούς της ευρωπαϊκής πνευματικότητας των τελευταίων αιώνων. Από τον Πασκάλ και τον Σπινόζα μέχρι τον Σουίφτ και τον Τολστόι, από τον Τοκβίλ και τον Μαρξ ως τον Θιέρσο ή τον Βαλερύ, Τα Κείμενα του Βώκου επιστρέφουν ερευνητικά στα πολλαπλά πρίσματα της νεωτερικής εμπειρίας και δίνουν μια ιδέα για τον εσωτερικό της πλούτο.
Από μια άποψη, μπορεί να δει κανείς εδώ μια ιδιόμορφη εισαγωγή στη μεταφυσική και στην πολιτική, στην ηθική και στη ψυχολογία των μοντέρνων. Αλλά αυτή η αποσπασματική εισαγωγή εκδηλώνεται μέσα από ένα συγκεκριμένο ύφος γραφής που ενώ τηρεί τη σύμβαση του σύντομου κειμένου ανασκαλεύει τα μεγάλα ακόμα και τα θεμελιώδη.
Έγραφε ο Πωλ Βαλερύ: «Ανάμεσα σε δυο λέξεις, πρέπει να διαλέγει κανείς τη λιγότερη » (entre deux mots, il faut choisir le moindre). Και ο Ζιντ μιλώντας για τον γαλλικό κλασικισμό αναγνώριζε κυρίως την «τέχνη να εκφράζεις τα περισσότερα λέγοντας τα λιγότερα ».
Αυτή η κληρονομιά νομίζω ότι γοητεύει τον συγγραφέα αυτών των κειμένων, με πλήρη επίγνωση των δυσκολιών που παρουσιάζει το να γράφεις σε μια εφημερίδα για εκείνα που δεν αξιολογούνται ως επείγοντα και φλέγοντα ζητήματα. Αλλά η μεγαλύτερη δυσκολία είναι η επίτευξη της διαύγειας στην αναμέτρηση με τα μεγάλα μεγέθη της σκέψης. Η εκφραστική διαύγεια και συγχρόνως το διακριτικό άνοιγμα στο παρόν, σε αυτό που ονομάζουμε “επικαιρικό”.
Πώς να μιλήσεις για το επικαιρικό μέσα από το παράκαιρο ή το εκτός εποχής; Πώς να φωτίσεις το ζωντανό τώρα φιλοξενώντας τα λόγια των νεκρών και τα παραδείγματα μιας άλλης, συχνά πολύ απομακρυσμένης στο χρόνο, ιστορικής και πολιτισμικής περιόδου;
Τούτο γίνεται ακόμα πιο δύσκολο όταν το ενσωματώνεις ως μικρή στοχαστική πρόζα σε μια εφημερίδα προορισμένη για το μεγάλο κοινό, για το εθνικό ακροατήριο που έλεγαν κάποτε. Όταν δηλαδή ασκείς μια μη συμβατική δημόσια γραφή σε ένα περιβάλλον όλο και πιο αυστηρών ιδεολογικών συντεταγμένων.
Αλλά ακριβώς αυτό ακριβώς επιτελούν τα συγκεκριμένα κείμενα. Χτίζουν γέφυρες και περάσματα ανάμεσα στα ερωτήματα, στις εποχές, στα είδη του λόγου. Γέφυρες ανάμεσα στο παλιό παράδειγμα και στο “πρόβλημα” που επιστρέφει πάντοτε χωρίς να χάνει τίποτα από την οξύτητά του. Λ.χ. όταν μαθαίνουμε για τον καρδινάλιο Ρισελιέ και την πολιτική του διαθήκη αλλά συγχρόνως ερχόμαστε σε επαφή με το πρόβλημα, το μηδέποτε απαντημένο: τι είναι και τι κάνει ένας κρατικός λειτουργός; Ή όταν το κείμενο μας συστήνει τη σκέψη του Πασκάλ για τους «Μεγάλους», για τους ισχυρούς του πλούτου και της πολιτικής εξουσίας, σύσταση στην οποία δεν μπορούμε να αποφύγουμε τις κακές σκέψεις για τους εκπροσώπους των σημερινών ελίτ και τις πρακτικές τους.
Ο τίτλος ενός από τα σημειώματα είναι ενδεικτικός αυτής της στρατηγικής του συγγραφέα: τιτλοφορείται: ο Θιέρσος είναι Πάντα εδώ. Ο Αδόλφος Θιέρσος, μια από τις κεντρικές φυσιογνωμίες της γαλλικής πολιτικής ζωής από τα χρόνια της ιουλιανής μοναρχίας ως τις μέρες της καταστολής της παρισινής Κομμούνας του 1871. Τι είναι πάντοτε εδώ; Όχι ασφαλώς μόνον ένας χαρακτηρολογικός Τύπος αλλά και το αντίστοιχο Πνεύμα το αντίστοιχο Πρακτικό ήθος. Ο Ουγκώ γράφοντας για τον Θιέρσο μας δίνει το κλειδί για να καταλάβουμε: ο Θιέρσος μιλώντας στο βήμα Κάνει πολλές χειρονομίες για να κρύψει, λέει, τη μικρότητα με την κίνηση. Εκπροσωπεί το μεγαλείο της μικρότητας, το είδος του ανθρώπου του παρόντος που εξασφαλίζει συγχρόνως τεράστια φήμη και τεράστια λήθη.
Και ο Βώκος, με πλάγιο τρόπο, μέσα από τις προσωπικότητες και τους λόγους που ανασυνθέτει για τον σύγχρονο αναγνώστη, παραδίδει ένα μάθημα πρακτικής φιλοσοφίας της υποψίας: δίχως να ηθικολογεί με διδακτικές προθέσεις επανέρχεται στην ηθολογία, στην ειρωνική, συχνά, ανατομία των ρητορικών τρόπων και των πρακτικών της εξουσίας και των θεσμών που δημιούργησε η νεωτερικότητα. Εξιστορώντας αλλού τον βίο και την πολιτεία του πρώτου αρχηγού της αστυνομίας, του Γαβριήλ Νικολάου de la Reynie (στον καιρό του Λουδοβίκου του ΙΔ) δεν μας κοινοποιεί απλώς μια ιστορική- πολιτική συνθήκη ούτε ένα ανεκδοτολογικό πορτρέτο: διαβάζοντας το συγκεκριμένο σημείωμα και ειδικά την σαρκαστική τελική φράση με την οποία κλείνει (Αυτοί ήταν αστυνομικοί!) αισθανόμαστε ότι και αυτός ο νεκρός δεν έχει παρέλθει, δεν είναι «παρωχημένος» αλλά παρόν και μελλούμενος, ότι η κληρονομιά του αρχηγού της Αστυνομίας αυτού είναι ζωντανή και ακμαία στο εσωτερικό της οργάνωσης των σύγχρονων κρατών και των μηχανισμών ασφαλείας.
Και τα παραδείγματα αυτού του παρελθόντος που διαρκεί πολύ καταλαμβάνουν τις περισσότερες σελίδες της συγκεκριμένης έκδοσης.
Μπορεί κανείς να μην συμμερίζεται τον τόνο που διατρέχει τα συγκεκριμένα κείμενα. Ούτε να αποδέχεται επιμέρους ερμηνείες ή κρίσεις. Αν αναζητεί Κανείς φιλοσοφική και πολιτική παραμυθία ασφαλώς Θα αισθανθεί προδομένος και ανικανοποίητος. Αν ιδίως με τον όρο παραμυθία έχει στο νου του αυτό που κοινώς αποκαλούμε παραμύθιασμα. Ο Βώκος χωρίς να είναι νιτσεϊκός θέλει να συνομιλεί με τη σκέψη κρατώντας το σφυρί. Το σφυρί ενός ειρωνικού σκεπτικισμού που πλησιάζει το χιούμορ, την υποδόρια ανθρωπιά του χιούμορ όχι τον ορμητικό ανθρωπισμό της ηθικής εξαγγελίας και της πολιτικής διακήρυξης.
Αλλά αυτό το γέλιο πίσω από τη σκηνή δεν είναι η ευθυμία του μεταμοντέρνου μηδενιστή. Είναι ένα γέλιο κλασικό, πέρα από την προγραμματική αξίωση του νεωτερικού και τη φυγομαχία του μεταμοντερνισμού, Πέρα από τον ρόλο του «αρχιτέκτονα» νέων κόσμων και τα τερτίπια του θεατρίνου. (Ο Νίτσε μιλούσε για τους αρχιτέκτονες και τους ηθοποιούς ως δυο διαφορετικούς τύπους της ηθικής των μοντέρνων).
Το χιούμορ δεν εμποδίζει την τρυφερότητα, ακόμα και έναν μετρημένο, παρόλα αυτά, συναισθηματισμό. Στο πιο προσωπικό, αν μπορεί να πει κανείς, σημείωμα του βιβλίου, στο κείμενο για τον οικογενειακό φίλο συγγραφέα Αντρέα Φραγκιά, η συναισθηματική θερμοκρασία μετατρέπει τον λόγο σε λογοτεχνία. Και αυτό γιατί ίσως η λογοτεχνία είναι η απόδοση τιμών στη μοναδικότητα, στην διακριτή ανθρώπινη ιστορία. Είναι κατά κάποιον τρόπο η τιμητική χρήση της λεπτομέρειας πέρα από την εννοιολογική αφαίρεση όχι όμως αναγκαστικά εναντίον της έννοιας και της σκέψης.
«Στο μυαλό μας, όταν γράφουμε, υπάρχουν πολλοί/ άλλοι μας εμποδίζουν και άλλοι μας βοηθούν. Οι δικοί μου άνθρωποι, αυτοί που κυκλοφορούν στο κεφάλι μου κάθε φορά που επιχειρώ να γράψω ή να σκεφτώ Κάτι, δεν είναι πολλοί. Η τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται. Πάντως υπάρχουν ορισμένοι που έχουν εξασφαλίσει, εκόντες άκοντες, ένα είδος ελεύθερης κυκλοφορίας που τους επιτρέπει να πάνε παντού, να ρωτήσουν τα πάντα και να απαιτήσουν απαντήσεις. Ακόμη περισσότερο, χλευάζουν όταν οι απαντήσεις τους φαίνονται πρόχειρες, θυμώνουν όταν τις αισθάνονται βολικές και —ανυπόφορο αυτό- σκύβουν το κεφάλι σιωπηλά όταν τις κρίνουν κίβδηλες. Ένας από αυτούς είναι για μένα ο Αντρέας Φραγκιάς».
Από μια άποψη, οι φυσιογνωμίες της σκέψης, της πολιτικής ή των γραμμάτων που κυκλοφορούν ελεύθερα σε αυτά τα κείμενα, γίνονται επίσης «δικοί του άνθρωποι». Επιτρέπουν σε αυτή την δημόσια γραφή να υπενθυμίσει τη μακρά διάρκεια των προβλημάτων, των δημόσιων παθών, των σχημάτων της σκέψης και των αποτυπωμάτων της ιδεολογίας που ενεργοποιούνται ακόμα και σήμερα. Και συγχρόνως, ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται ο συγγραφέας αυτή την πολυφωνία, αυτές τις διαβάσεις μεταξύ εποχών και λόγων, τον εμποδίζει να σφετεριστεί την αίγλη, τη σκοτεινή φήμη ή τη λάμψη των αναφορών του: τον μετατρέπει σε ιδιόμορφο ερμηνευτή με την έννοια αυτού που προσπαθεί να διασώσει μια κληρονομιά περισσότερο μέσα από τα ερωτηματικά της παρά μέσα από τις απαντήσεις της.
Αυτή η έλξη προς την προβληματοποίηση των αυτονόητων συνοδεύεται εδώ από έναν θυμικό τόνο, από μια διάθεση Κριτικής απαισιοδοξίας. Πίσω από τη σκηνή του χιούμορ, της διαβρωτικής ειρωνείας και της συναισθηματικής αυτοσυγκράτησης , αυτή η δημόσια γραφή μιλάει για το θάνατο, για την ματαίωση, για τα ποικίλα όρια της νεωτερικής μεταφυσικής της προόδου και της Θεάς Ευτυχίας.
Ένας σύγχρονος Γερμανός ιστορικός των ιδεών, ο Βολφ Λέπενις, κατατάσσει τον μοντέρνο διανοούμενο σε τρεις κατηγορίες: στον ουτοπικό, στον μελαγχολικό και σε αυτόν που θα χαρακτηριστεί «ενεργός μελαγχολικός ». Τούτος ο τελευταίος τύπος αντιστέκεται στη μετατροπή της μελαγχολίας σε πολιτικό συντηρητισμό ή ανάλαφρο αναρχίζοντα σκεπτικισμό, κοντολογίς σε μια στρατηγική δικαιολόγησης της απογοήτευσης από όλα τα κακά της Ιστορίας.
Αλλά η ενεργός μελαγχολία ανταποκρίνεται σε εκείνο που ο Τσέχος φαινομενολόγος Jan Patoçka όριζε ως την ουσία του πνευματικού ανθρώπου: «Ο πνευματικός άνθρωπος είναι αυτός που βρίσκεται, με έναν τρόπο, καθοδόν. Διαθέτει μια γνώση για τις αρνητικές εμπειρίες που δεν την χάνει ποτέ, σε αντίθεση με εκείνον τον άνθρωπο που γυρεύει να τις ξεχάσει, και ενστικτωδώς, να περάσει ξώφαλτσα λέγοντας ότι υπάρχουν και άλλες εμπειρίες, ότι έτσι οδεύει ο κόσμος και το καθετί διευθετείται στο τέλος με τον έναν ή άλλον τρόπο. Ο πνευματικός άνθρωπος εκτίθεται, ακριβώς, στο αρνητικό: η ζωή του είναι μια ζωή προς ανακάλυψη ».
Το εκτίθεσθαι στην αρνητικότητα, το άνοιγμα στις πολλαπλές όψεις του ψεύδους, της βίας, του θανάτου και της μικρότητας, δεν είναι η απαισιοδοξία ως πόζα συμμετρική με την πόζα του αισιόδοξου λυρισμού ή του βέβαιου για τον εαυτό του ορθολογισμού. Για την ακρίβεια μπορεί να είναι και αυτό όταν ο χειρισμός του «αρνητικού» δεν είναι αναστοχαστικός και φιλοσοφικός, όταν συνιστά απλώς παραίτηση από τη σκέψη.
Αυτές οι επιφυλλίδες συνιστούν πιστεύω μια χειρονομία εναντίον της παραίτησης από τη σκέψη, εναντίον της ευκολίας με την οποία εγκαθιδρύονται τα κάθε λογής αυταπόδεικτα καθεστώτα της αλήθειας. Μπορεί να τις διαβάσει κανείς ως αποσπάσματα μιας πνευματικής αυτοβιογραφίας και τεκμήριο των εμμονών του συγγραφέα τους με ορισμένα ονόματα, παρουσίες και στιγμές.
Στη δική μου ανάγνωση κρατώ ιδιαίτερα κάποια νεύματα που νομίζω ότι έχουν τη σημασία τους ιδιαίτερα για το πεδίο του πολιτικού στοχασμού.
Το πρώτο νεύμα έρχεται από το συγκριτικό παράλληλο Τοκβίλ και Μαρξ γύρω από το μείζον συμβάν του 1848. Πράγματι και οι δυο στοχαστές συναντούν σε αυτή τη νέα επαναστατική σκηνή την πάλη ή τον πόλεμο των τάξεων. Όπως έλεγε ο Τοκβίλ η Επανάσταση η οποία διαγράφεται στον ορίζοντα δεν αφορά τόσο τη μορφή της κυβέρνησης αλλά τα θεμέλια του κοινωνικού δεσμού, τις σχέσεις ιδιοκτησίας και την κατανομή του κοινωνικού πλούτου. Αλλά η προσέγγιση προς την κοινωνική/ταξική διάσταση είναι πολύ διαφορετική στον έναν και στον άλλον: για τον Μαρξ η στιγμή 1848 αποτελεί μέρος μιας Κοινωνικής εξέλιξης προς την πλήρη χειραφέτηση, προς την υπέρβαση της πολιτικής επανάστασης και την διεθνή εξάπλωση της αυθεντικής κοινωνικής επανάστασης. Η πρόγνωση του Τοκβίλ θα αλλάξει αμέσως μόλις κατασιγάσουν τα πράγματα και ηττηθεί η εξέγερση του Ιουνίου του 1848: έκτοτε οΤοκβίλ θα επιστρέψει στο ερώτημα για το οποίο μίλησε αρκετά στον δεύτερο τόμο της Δημοκρατίας στην Αμερική: στο ερώτημα για την άνοδο του νεωτερικού ατομικισμού και τη σημασία που Θα έχει το πάθος για την ισότητα στους μελλοντικούς δημοκρατικούς καιρούς. Η δική του αίσθηση είναι ότι αυτό το ίδιο πάθος το οποίο επενδύθηκε επαναστατικά (με την μετατόπιση από τις αστικές πολιτικές διεκδικήσεις στους ταξικούς αγώνες) μπορεί να λειτουργήσει και ως παράγοντας «δημοκρατικής κοινωνικής ειρήνευσης». Η ημερήσια διάταξη στις κοινωνίες του δημοκρατικού ατομικισμού ενδέχεται να είναι το πρόβλημα της κατανομής των ρόλων, των αξιωμάτων και των θέσεων παρά η Κοινωνική επανάσταση για την κατάργηση των θέσεων όπως προσδοκούσε ο Μαρξ.
Ένα άλλο νεύμα για τον πολιτικό στοχασμό αφορά τη βαθύτερη σχέση του κράτους και του θανάτου, σχέση που απασχόλησε Κυρίως τον Τόμας Χομπς. Και εδώ ο Βώκος επανέρχεται στην παράδοξη διαλεκτική μεταξύ του κοινωνικού συμβολαίου και της εξημέρωσης του Θανάτου: εφεξής ο Θάνατος «Κυκλοφορεί στην πολιτική κατάσταση πολιτισμένος, φορώντας το επίσημο ένδυμά του, τη στολή δηλαδή που του έχει παραχωρήσει η Κρατική εξουσία». Και σε τούτο το Κείμενο συναντώ μια φράση που νομίζω ότι συμπυκνώνει τη μελαγχολική πολιτική φιλοσοφία του συγγραφέα:
«Κι όταν η γη αρχίζει να μοιάζει με κόκκινο λεκέ, το κράτος διατάζει τον θάνατο να επιστρέψει, χορτάτος, στη θέση του. Εκεί, ικανοποιημένοι και σι δυο, το κράτος και ο θάνατος, αφηγούνται τις πρόσφατες περιπέτειές τους, θυμούνται παλαιότερες και σχεδιάζουν νέες. Ίσως αυτήν τη συζήτηση, τελικά, είναι που ονομάζουμε ιστορία».
Θα πει Κανείς: η Ιστορία δεν είναι μόνο το Παιχνίδι του Κράτους, του φόβου και του θανάτου. Είναι επίσης το πεδίο αυτού που ο Τζον Ντιούι, φορέας της αιώνιας αμερικανικής αισιοδοξίας, αποκαλούσε Κοινωνική ελπίδα (social hope). Υπάρχει θέση για τούτο το πράγμα στους κόσμους που ανιχνεύονται στο συγκεκριμένο βιβλίο; Όχι αν με τον όρο ελπίδα εννοούμε ένα υποκατάστατο της θρησκευτικής πίστης στην έλευση του Σώζοντος όπως το ονόμαζε ο Χάϊντεγκερ με τη μυστικιστική του ιδιόλεκτο. Αλλά το πράγμα αλλάζει αν μεταβάλλουμε τις απαιτήσεις που έχουμε από τη σκέψη: αν δεν επενδύουμε σε αυτήν τα μεγαλεία που φανταζόμαστε για την κοινωνική πράξη ή την πολιτική μας βούληση αλλά τις αναγνωρίσουμε την ελευθερία να μας ξαφνιάζει: ακόμα, και ιδίως τότε, όταν δεν μας αρέσουν οι αιφνιδιασμοί της...
Ν. Σεβαστάκης

Paul Valéry, Tel Quel, Pleiade II, 1929, σ.555

Andre Gide, “Billets à Angèle”, Incidences, Gallimard, 1948

Wolf Lepenies, «La fin de l’ utopie et le retour de la mélancolie. Regards sur les intellectuels du vieux continent», Διάλεξη στο Collège de France, 1992

Jan Patoçka, «L’ homme spirituel et l’ intellectuel», Στον τόμο Liberté et Sacrifice, Ecrits Politiques, Grenoble, Jérôme Million, 1990, σ.247

 

 


Πίσω